Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Για τα «κόκκινα» δάνεια



Πάνω στις πλάτες εκατοντάδων χιλιάδων υπερχρεωμένων λαϊκών νοικοκυριών, κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ διασταυρώνουν τα ξίφη τους για την καλύτερη διαχειριστική πρόταση για τα λεγόμενα «κόκκινα» δάνεια, με το «θρίλερ», που απασχολεί την επικαιρότητα ακόμα περισσότερο μετά την παρέμβαση της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ) τον περασμένο Ιούνιο με την έγκριση του σχετικού «Κώδικα Δεοντολογίας», να συνεχίζεται. Ωστόσο, καμιά από τις προτεινόμενες λύσεις των αστικών κομμάτων που διεκδικούν το ρόλο του καλύτερου διαχειριστή της αστικής εξουσίας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα των εργαζόμενων.
 
Η πραγματική στόχευση της αστικής πολιτικής
 
Με άρθρα και δημοσιεύματα εκδηλώθηκε η ενδοαστική διαπάλη για τον αν πρέπει να ακολουθηθεί «περιοριστική» ή «επεκτατική» πολιτική με αφορμή τη ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μ. Ντράγκι, ανακοίνωσε ένα σχέδιο για αγορά πακέτων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, κυρίως επιχειρηματικά, αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, ώστε να ενισχύσει την «ασθμαίνουσα ανάκαμψη» της οικονομίας της Ευρωζώνης και να αυξηθεί ο δανεισμός προς τις επιχειρήσεις. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών αντέδρασε στο εν λόγω σχέδιο, πράγμα που αποτυπώνει τα διαφορετικά συμφέροντα τμημάτων του κεφαλαίου και χωρών σχετικά με το βέλτιστο τρόπο διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων.
Εχει σημασία να γίνει κατανοητός ο λόγος πίσω απ' την ανάγκη διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων. Η ελληνική κυβέρνηση, όπως και κάθε πολιτική δύναμη που στοιχίζεται στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, έχει να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα που συνδέεται άμεσα με την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως βασικού πυλώνα της καπιταλιστικής οικονομίας. Τα «μη εξυπηρετούμενα» δάνεια στην Ελλάδα παραμένουν σε υψηλό επίπεδο, παρά τη μείωσή τους στο β' τρίμηνο του 2014 σε 72 δισ. ευρώ (από 77 δισ. ευρώ στο προηγούμενο). Από αυτά, 39,4 δισ. ευρώ είναι δάνεια των επιχειρήσεων, τα 19,3 δισ. ευρώ είναι στεγαστικά και τα 13,7 δισ. ευρώ είναι καταναλωτικά δάνεια. Μόνο τα καταναλωτικά «κόκκινα» δάνεια αυξήθηκαν σε σχέση με το α' τρίμηνο και μάλιστα κατά 37%. Η ύπαρξη αυτού του μεγάλου αριθμού «κόκκινων» δανείων καθιστά προβληματική τη νέα επέκταση του τραπεζικού δανεισμού, επέκταση απαραίτητη για την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Ετσι, ο βασικός στόχος των ρυθμίσεων για τα «κόκκινα» δάνεια είναι να «καθαρίσουν» τα τραπεζικά χαρτοφυλάκια και να ενισχυθούν οι τράπεζες με πρόσθετα κεφάλαια προκειμένου να προχωρήσει η καπιταλιστική ανάπτυξη. Με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλιστεί η, πολυπόθητη για τα μονοπώλια, αύξηση ροής κεφαλαίων, δημιουργώντας όρους φτηνότερου δανεισμού των επιχειρήσεων, προκείμενου να τονωθούν οι καπιταλιστικές επενδύσεις. Για αυτόν το λόγο πρέπει να απαλλαχτούν οι τράπεζες από το «βραχνά» που λέγεται «κόκκινα» δάνεια.
Την ίδια στιγμή, φουντώνει ο ανταγωνισμός για το ποιο τμήμα του κεφαλαίου θα ωφεληθεί από τη διευθέτηση των «κόκκινων» δανείων και ποιος θα πληρώσει το τίμημα της αναγκαίας απαξίωσης κεφαλαίου. Σε ποιους κλάδους θα διοχετευθούν τα κεφάλαια; Ποιοι επιχειρηματικοί όμιλοι θα βγουν κερδισμένοι από τις ρυθμίσεις των δανείων; Συγχρόνως, μέσα απ' τη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, ανοίγει ο δρόμος και για μια μελλοντική επιτάχυνση της συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας της γης και των ακινήτων στα χέρια των ομίλων.
Και οι δύο πόλοι του αστικού διπολισμού, στο πρόβλημα του επιμερισμού της «χασούρας» από οποιαδήποτε ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων είναι ξεκάθαροι. Συζητούν και προωθούν μέτρα που κατά κύριο λόγο ενισχύουν το τραπεζικό σύστημα, εξασφαλίζουν ελάχιστες απώλειες, προσφέρουν νέες δυνατότητες στήριξης των μονοπωλιακών ομίλων.

Οι προσανατολισμοί της κυβέρνησης
 
Η κυβέρνηση έχει κάνει καθαρό από το καλοκαίρι ότι βασικά και με προτεραιότητα θα διευθετήσει τα επιχειρηματικά «κόκκινα» δάνεια 55.000 «βιώσιμων» επιχειρήσεων, ενώ τα υπερχρεωμένα λαϊκά νοικοκυριά παραπέμπονται στις «ελληνικές καλένδες». Με την τελευταία ρύθμιση, σύμφωνα με όσα είδαν το φως της δημοσιότητας, μίλησαν για 10.000 μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους που θα εξεταστεί ένας - ένας ξεχωριστά και άλλες 100.000 μεσαίες επιχειρήσεις. Ο υπουργός Ανάπτυξης, Ν. Δένδιας, δήλωσε ότι δεν πρόκειται να ρυθμίσουν δάνεια «μπαταχτσήδων» ή «για καλοπέραση», υπονοώντας στην πραγματικότητα τα καταναλωτικά και στεγαστικά, στα οποία καταφεύγουν κατά κύριο λόγο λαϊκές οικογένειες για να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Η στάση της κυβέρνησης είναι προκλητική, αφού αφήνει εκτεθειμένα τα υπερχρεωμένα λαϊκά νοικοκυριά, που κατά κύριο λόγο κατέφευγαν σε καταναλωτικά ή στεγαστικά δάνεια. Σύμφωνα με έρευνα του Παρατηρητηρίου Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, που δημοσιεύτηκε τον Ιούλη, «για την κάλυψη βασικών αναγκών, 1 στους 2 μισθωτούς χρειάστηκε το τελευταίο τρίμηνο να κάνει ανάληψη από τις καταθέσεις του στην τράπεζα, ενώ το 22% χρειάστηκε να δανειστεί».
Το σχέδιο που συζητά η κυβέρνηση θα αφορά επιμήκυνση δόσεων, μετοχοποιήσεις, ορισμό μάνατζμεντ και διαγραφή μέρους των προσαυξήσεων (όχι κεφαλαίου). Μέσα απ' τη διαδικασία αυτήν επιταχύνεται τελικά και η, απαραίτητη για τον καπιταλισμό, συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, καθώς υπερχρεωμένες επιχειρήσεις θα βρεθούν στα χέρια των χρηματιστικών ομίλων (είναι στις επιδιώξεις και του ΣΕΒ). Το μέτρο θα εφαρμοστεί για δύο χρόνια. Θα καλύψει μόνο τα χρέη που «γεννήθηκαν» στην κρίση και μετά θα καταργηθεί. Υπάρχουν, επίσης, σκέψεις για κατάργηση του «νόμου Κατσέλη».
Μέσα στον Οκτώβρη θα ολοκληρωθούν τα «τεστ αντοχής» (stress test) της ΕΚΤ για τους εγχώριους τραπεζικούς ομίλους. Συγχρόνως, η κυβέρνηση αξιοποιεί τα «κόκκινα» δάνεια για να εμφανίσει ένα προφίλ δυναμικού διαπραγματευτή με την τρόικα, καλλιεργώντας παράλληλα προσμονές και ελπίδες ότι γρήγορα τελειώνουν τα «βάσανα» και θα παρθούν μέτρα που θα ωφελήσουν το λαό.
Ανθρακες ο θησαυρός του ΣΥΡΙΖΑ
Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε αντίθετος στην απόφαση της ΤτΕ, σημειώνοντας ότι βασικός στόχος είναι η εξασφάλιση των συμφερόντων των τραπεζών. Στη συνέχεια σήκωσε κουρνιαχτό για τις θέσεις του μπροστά στη ΔΕΘ. Αφού ξιφουλκούσε ενάντια στα «κοράκια» - distress funds, στη συνέχεια υπαναχώρησε ακόμα και από θέσεις του που προέβλεπαν κάποιες ελάχιστες διαγραφές οφειλών υπερχρεωμένων λαϊκών νοικοκυριών και κατέληξε να προτείνει τη δημιουργία ενός δημόσιου φορέα, στον οποίο θα μεταφερθούν σε μειωμένες τιμές τα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά και επαγγελματικά δάνεια, με το κράτος να εξασφαλίζει τις τράπεζες με πακτωλό δημόσιου χρήματος.
Την περασμένη Τετάρτη κατέθεσε πρόταση νόμου που υπαναχωρεί και από αυτές τις τελευταίες θέσεις. Προβλέπει να ρυθμίσει στο μέλλον στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια που έχουν συναφθεί την τελευταία δεκαετία, ενώ θα επιτρέπει επί της ουσίας να εκχωρηθούν δάνεια σε τρίτους, «μη τραπεζικά ιδρύματα» τα οποία λειτουργούν νόμιμα σε χώρα της ΕΕ. Οσο για τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας προτείνει απλά μια «αναστολή της εκτέλεσης», κυριολεκτικά και μεταφορικά, μόλις για ένα χρόνο. Ετσι, ο ΣΥΡΙΖΑ περνά με άριστα ένα ακόμα «crash test», για να αποδείξει ότι δεν πρόκειται να θέσει υπό αμφισβήτηση τα κέρδη των τραπεζικών ομίλων και την κεφαλαιακή ενίσχυση των μονοπωλίων. Ενα πράγμα κάνει ξεκάθαρο με όλους τους τρόπους: Οτι δε θα γίνουν διαγραφές χρεών για υπερχρεωμένα λαϊκά νοικοκυριά, ενώ ακόμα και για τις περιπτώσεις της πιο ακραίας φτώχειας... επιφυλάσσονται ότι θα επανέλθουν κάποια στιγμή στο μέλλον!
Το σκηνικό συμπληρώνει η πρόταση νόμου των ΑΝΕΛ. Στην ουσία ζητά την επέκταση του «νόμου Κατσέλη» ώστε να καλύπτονται νομικά πρόσωπα, εκτός από τα φυσικά, όπως προβλέπεται μέχρι τώρα. Κινείται στη λογική της «ρευστότητας στην αγορά» για να κινηθεί η καπιταλιστική οικονομία, ξεχνώντας πως το 2008, που ξεκίνησε η κρίση, η αγορά ήταν «γεμάτη» από «ρευστότητα».
Συνοπτικά, η πρόταση νόμου των ΑΝΕΛ δεν προβλέπει την απαραίτητη για την ανακούφιση των υπερχρεωμένων λαϊκών νοικοκυριών διαγραφή οφειλών, ενώ δεν προβλέπει ούτε καν πάγωμα για την περίοδο της κρίσης, πέρα από τις «ακραίες» περιπτώσεις που προβλέπει ο «νόμος Κατσέλη». Το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» που θέτει ως ακατάσχετο είναι πραγματικά ελάχιστο. Δεν αρκεί ούτε για τις στοιχειώδεις ανάγκες, ενώ ακόμα και αυτό είναι υπό αίρεση. Δεν άρει, δεν παγώνει και δε διαγράφει τόκους και πανωτόκια, αντίθετα τα επιτρέπει. Δεν έχει καμιά ειδική αναφορά σε αγρότες - ψαράδες.
Οι ΑΝΕΛ τονίζουν σε όλους τους τόνους στην πρότασή τους ότι θέλουν να προστατέψουν τις τράπεζες. Αφήνει εντελώς απροστάτευτα τα λαϊκά νοικοκυριά για χρέη προς μη τραπεζικές επιχειρήσεις. Σε κάθε περίπτωση, αποδέχονται τη διενέργεια «αναγκαστικών εκτελέσεων», δηλαδή κατασχέσεων και πλειστηριασμών για τα λαϊκά νοικοκυριά.

Στο προσκήνιο οι λαϊκές ανάγκες
 
Πώς πρέπει να κρίνουν οι εργαζόμενοι τις προτάσεις των αστικών πολιτικών κομμάτων; Με το αν οδηγούν σε ολοκληρωτική ικανοποίηση των αναγκών τους.
Ολες οι αστικές προτάσεις παίρνουν μηδέν. Καμία τους δεν εγγυάται επιστροφή ούτε καν των απωλειών. Καμιά τους δεν ανοίγει το δρόμο για την ικανοποίηση των αναγκών μας. Δε θα μπορούσαν να το κάνουν, γιατί όλες είναι εγκλωβισμένες στο ασφυκτικό πλαίσιο της εξουσίας των μονοπωλιακών ομίλων, της ανταγωνιστικότητάς τους, της ΕΕ που τη θωρακίζει. Είναι προτάσεις «εντός των τειχών».
Σήμερα, οι εργαζόμενοι πρέπει να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους. Να απαιτήσουν άμεσα μέτρα ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων, όπως αυτά που περιλαμβάνονται στην πρόταση νόμου που κατέθεσε το ΚΚΕ στη Βουλή για τα υπερχρεωμένα λαϊκά νοικοκυριά, που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, για οικογένειες με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα μέχρι 40.000 ευρώ, προσαυξανόμενο κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί, διαγραφή των τόκων και όσων έχουν κεφαλαιοποιηθεί, διαγραφή του 50% του χρέους για δάνεια μέχρι 200.000 ευρώ για στεγαστικά δάνεια και μέχρι 30.000 για καταναλωτικά, πάγωμα πληρωμών για τους ανέργους για όσο διαρκεί η κρίση, διαγραφή των χρεών φτωχών ΕΒΕ και αγροτών 50% αν έχουν κλείσει την επιχείρηση και 30% αν τη συνεχίζουν για δάνεια μέχρι 300.000 ευρώ, παύση αναγκαστικών εκτελέσεων σε βάρος αυτών των δανειοληπτών.
Η ανάκτηση των απωλειών των εργαζόμενων, η κατάκτηση νέων δικαιωμάτων, απαιτούν την αναγέννηση του εργατικού - λαϊκού κινήματος, απαιτούν την οργάνωση της πάλης σε κατεύθυνση ρήξης και σύγκρουσης με την εξουσία των μονοπωλίων και την ΕΕ που τη στηρίζει. Να σημαδέψουμε τον πραγματικό αντίπαλο, τα μονοπώλια και την οικονομία τους, που βρίσκεται πίσω από τους κυβερνητικούς διαχειριστές. Χρειάζεται να δυναμώσει την πάλη και τη συμμαχία του ο ελληνικός λαός, να πάρει μαζικά μέρος στους αγώνες που οργανώνονται αυτό το διάστημα, να ισχυροποιήσει το ΚΚΕ. Αυτό μπορεί να είναι το νέο και ελπιδοφόρο, για να ηττηθεί πραγματικά η πολιτική της κυβέρνησης και για να υπάρξει πραγματική προοπτική υπέρ του λαού και όχι οι διάφορες κυβερνητικές εναλλαγές, σαν και αυτές που έχουμε γνωρίσει στο παρελθόν και έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου